Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Η ΜΑΧΗ



 “Ήταν λίγο μετά τις 11, όταν βγαίναμε από τον κινηματογράφο και κατηφορίζαμε προς την πλατεία Κοραή. Για την ταινία που μόλις είχαμε δει, η... ετυμηγορία σύντομη: Χάσιμο χρόνου. Αποφασίσαμε με συνοπτικές διαδικασίες, πως η βραδιά δεν θα τελείωνε έτσι.
-Πάμε μέχρι το περίπτερο απέναντι, γιατί έχω ξεμείνει από τσιγάρα.
-Ναι ρε φίλε, κι εγώ μια απ’ τα ίδια.
 Λίγο πριν τα 30 μας και στο αίμα αλκοόλ και καπνός. Στο μυαλό γυναίκες κι αυτοκίνητα. Τι το θέλαμε εμείς το σινεμά, παρασκευή βράδυ; H κουλτούρα θέλει και μυαλό να τη χωνέψεις. Όταν περάσαμε απέναντι, μπροστά από το δημοτικό κινηματοθέατρο Πειραιά, το βλέμμα μου έπεσε σε εκείνη τη γυναίκα. Δεν ξέρω τι με τράβηξε προς το μέρος της.
-Για έλα λίγο να αγοράσω κάτι ακόμη.
-Τι έπαθες πείνασες ξαφνικά;
Λογικό να με χλευάζει ο φίλος μου. Από πλανώδιο πωλητή δεν είχα πάρει ποτέ μου τίποτα. Την πλησιάσαμε και ήμουν διστακτικός. Μόλις γύρισε όμως το κεφάλι της και είδα το πρόσωπό της, ένιωσα σα να τη γνώριζα χρόνια.
-Γεια σας, κατάφερα να πω με δυσκολία.
-Τι καλό έχετε; Συμπλήρωσε ο κολλητός μου, βλέποντας την αμηχανία μου.
-Καλώς τα παλικάρια. Ότι βλέπετε παιδιά. Τυρόπιτες, κουλουράκια και από χτες έχω ξηρούς καρπούς και καρβουδισμένα κάστανα.
Είχε αυτό το κλασσικό τυπικό ύφος, όπως και με όλους τους πελάτες της. Και πως αλλιώς να είναι. Μέσα μου, μ’έτρωγε να μάθω για εκείνη. Με παραξένεψε πολύ, ότι τόσα χρόνια σε αυτή την περιοχή πρώτη μου φορά την έβλεπα. Ήταν αρκετά μεγάλη σε ηλικία.
-Εγώ θα πάρω μια τυρόπιτα και ένα νεράκι, είπε βιαστικά ο φίλος μου, προφανώς το μυαλό του ήταν στα σφηνάκια μετέπειτα.
-Ναι εμ... εγώ λέω να πρωτοτυπήσω και να πάρω λίγα κάστανα. Έχω από μικρός να φάω είναι η αλήθεια... Πιο ανόητη δικαιολογία δεν μπορούσα να δώσω. Ήξερα ότι θέλει χρόνο για να τα καρβουδίσει και έτσι θα έβρισκα την ευκαιρία να μάθω κάτι γι’αυτή την παράξενη γυναίκα.
-Κάστανα στις 12 παρά...Εντάξει .. Κι ένα μακρόσυρτο γέλιο ακολούθησε από το φιλαράκι μου.
Άρχισε να ψιχαλίζει. Δεν έχασα στιγμή παραπάνω.
-Αν μου επιτρέπεται, κάνετε καιρό τη δουλειά;
-Όχι αγόρι μου. Έχω ένα μήνα που κατάφερα να πάρω την άδεια.
-Ναι γιατί πρώτη φορά σας βλέπουμε είναι η αλήθεια.
-Άσε τη γυναίκα ρε, συνέντευξη θα της πάρεις ή είσαι του σδοε;
-Όχι δεν πειράζει. Λίγη κουβέντα, ειδικά μέσα στο κρύο καλό κάνει.
Άλλωστε είστε στην ηλικία της εγγονής μου περίπου.
-Μα τι λέτε έχετε και εγγονή;
-Ναι. Κάτσε να σου ετοιμάσω τα κάστανα και θα σου δείξω κάτι.
Την συμπάθησα αυτή τη κυρία. Πολύ πιθανό να μη τη ξανάβλεπα ποτέ αλλά δεν είχε καμία σημασία. Τα επόμενα πέντε λεπτά ήταν πραγματικό μάθημα ζωής για μένα. Ο φίλος μου αδυνατώντας να με ακολουθήσει σε αυτό το “παράλογο” όπως μου είπε αργότερα που με είχε πιάσει, άναψε ένα τσιγάρο και τηλεφώνησε στην καλή του. Η κυρία έβγαλε το πορτοφόλι της και μέσα του, είχε δύο φωτογραφίες. Γυναίκες και οι δύο. Η μία η κόρη της. Χωρισμένη και με δουλειές περιστασιακές. Δούλευε δέκα χρόνια στον Ο.Λ.Π και την απέλυσαν. Η ίδια, όπως μου είπε, ήταν 62 ετών πια. Απόρησα με την υπομονή της και την αναγκαιότητα να βρίσκεται μεσάνυχτα μέσα στο κρύο και την υγρασία. Δεν μου απάντησε. Χαμογέλασε και μου έδωσε να κοιτάξω καλύτερα τη φωτογραφία της εγγονής της. Φοιτήτρια στην Πάτρα. Τα έξοδα και οι υποχρεώσεις πολλές, αλλά πως να της στερήσεις τα όνειρα.
-Όλα για αυτόν τον άγγελο γίνονται, παλικάρι μου. Εγώ είμαι μόνη. Τον άντρα μου τον έχασα και σε λίγο καιρό θα βγω στη σύνταξη. Δεν έχω άλλο σκοπό πια στη ζωή μου. Η κόρη μου και η εγγονή μου με κάνουν να νιώθω ακόμη χρήσιμη. Είναι μια τίμια δουλειά και δεν ενοχλώ και κανένα. Δεν μετανιώνω και θα την άλλαζα με καμία άλλη. Εδώ μέσα στον κόσμο, ένα χαμόγελο και μερικά χρήματα που βγάζω καθημερινά, μου αρκούν. Κι ας μπω στο ράφι σε μερικά χρόνια.
 Φαινόταν από τον τρόπο που μου μιλούσε, το πόσο έχει παλέψει στη ζωή της. Με κέρδισε και δεν το κρύβω, ένιωσα ένα μικρό θαυμασμό. Την πλήρωσα και την ευχαρίστησα που μου μίλησε. Έκανα ένα νεύμα στο φίλο μου και κατηφορίσαμε για τον ηλεκτρικό.
-Τι έλεγες με τη γυναίκα τόση ώρα;
-Τίποτα ρε. Για τη δουλειά της μου έλεγε.
Φτάσαμε έξω από το σταθμό. Φαινόταν στο πρόσωπο μου πως η διάθεση μου είχε χαλάσει. Τα λόγια της μου σκάλιζαν το μυαλό.
-Τι θα κάνουμε; Προλαβαίνουμε να ανεβούμε Φάληρο αν θες ή αλλιώς πάμε εδώ παρακάτω στο μπαράκι.
-Εγώ λέω να πάμε σπίτια μας. Δεν ξέρω έπεσα ρε. Δεν έχω διάθεση.
-Ε θα με τρελάνεις εσύ. Λέγε ρε τι έπαθες;
-Όλα καλά φίλε. Πέρασε η ώρα ας βρεθούμε αύριο για κανένα καφεδάκι. Θα τηλεφωνηθούμε. Πήγαινε στη κοπέλα σου ρε, έχει σχολάσει τώρα. Μιλάμε αύριο εμείς.
Έμεινε πίσω και με κοιτούσε απόρημενος. Ούτε καληνύχτα δεν του είπα.
Όταν μπήκα στο σπίτι κάθισα στο τραπεζάκι της κουζίνας. Κοιτούσα τα κάστανα που μόλις είχα αγοράσει και σκεφτόμουν ότι, από την περιέργεια μου να μάθω για εκείνη, δεν ρώτησα καν τ’όνομα της. Μετά έφερα στο μυαλό μου τις μορφές του παιδιού της και της εγγονής της. Χαμογέλασα και η απάντηση ήρθε από μόνη της.
-Μάχη...τι άλλο μπορεί να είναι. Τ’όνομα σου είναι Μάχη. Και σήμερα μου έδειξες πως αυτό είναι η ζωή...Μια μάχη και πως δεν πρέπει ποτέ να τα παρατάς...”
 


Δεν υπάρχουν σχόλια: