Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ



   Ο Νίκος είναι ένας συνταξιούχος πια συγγραφέας και όταν οι φίλοι του συχνά τον πικάρουν με φράσεις όπως "Μόνο οι πεθαμένοι δε γράφουν καημένε... εσύ γιατί τα παράτησες;" πάντα απαντούσε σαρκαστικά, όπως συνήθιζε... "Το μήλο αν σαπίσει δεν τρώγεται, είναι για πέταμα" υπονοώντας ότι είχε γεράσει. Κόντευε εβδομήντα και ας μη του φαινόταν... Έλα όμως που λογάριαζε χωρίς τη μεγάλη του αδυναμία. Έχοντας στο κόσμο μόνο τη μοναχοκόρη του και την οικογένεια της, όλη του η προσοχή είχε πέσει στον εγγονό του. Το μικρό Νικόλα. Αυτός ο μικρός διαβολάκος, όπως τον αποκαλούσε, θα του άλλαζε έστω και προσωρινά τη ζωή...
  Ήταν Κυριακή απόγευμα.Όπως και στα περισσότερα σπίτια είναι η ιδανική μέρα για συναντήσεις και οικογενειακές μαζώξεις. Ο Νίκος είχε τρομερή αδυναμία στην Ελένη, την κόρη του αλλά ο λόγος που περίμενε με λαχτάρα τις Κυριακές ήταν ο μικρός. "Παππού, παππού!" φώναζε και στην καρδιά του Νίκου φύτρωναν τριαντάφυλλα... Δεν είχαν περάσει άλλωστε παραπάνω από τέσσερα χρόνια από τότε που έχασε τη γυναίκα του και αυτές οι στιγμές ήταν η θεραπεία του...
  Μόλις είχε τελειώσει το καθιερωμένο γεύμα... Ο Νίκος με το γαμπρό του, τον Ανδρέα, όταν είχε καλό καιρό, κάθονταν συχνά παρέα στο μικρό κήπο στην αυλή του σπιτιού. Ήταν απαίτηση της γυναίκας του αυτό το μικρό κιόσκι. Είχε μεγαλώσει σ' ένα τέτοιο σπίτι η Ειρήνη και ο Νίκος δεν της είχε χαλάσει ποτέ του χατίρι. Η κόρη του στην κουζίνα συγύριζε και ετοίμαζε τον απογευματινό καφέ. Τέτοιες στιγμές πάντα, εκείνος την πείραζε:
-Σαν τη μάνα σου κι εσύ ρε παιδάκι μου. Μη δεις ακαταστασία στην κουζίνα κάτι σε πιάνει!!
-Σε καλομάθαμε και σε προσέχουμε! απαντούσε η Ελένη με νάζι. Είχε να το λέει ο Νίκος. Καμάρωνε σε όλους, πως οι γυναίκες της ζωής του ήταν νοικοκυρές. Ο ίδιος δε, χωμένος στα βιβλία του, καμία επαφή με νοικοκυριό... Γι’ αυτό συχνά πυκνά, στις αναφορές του στη γυναίκα του, την αποκαλούσε ήρωα...
  Ο παππούς Νίκος στην καρέκλα του ξεφύλλιζε την κυριακάτικη εφημερίδα του, ο μπαμπάς Ανδρέας έπαιζε με το γιο του και τότε έγινε αυτό που θα άλλαζε το μέλλον όλων...
  Ο μικρός γυρόφερνε τον παππού του, ώσπου μια στιγμή στάθηκε μπροστά του και κοίταξε σ' ένα σημείο της εφημερίδας... Είχε κολλήσει σε μια λέξη...
-Τι είναι Νικολάκη; Τι κοιτάζεις εκεί στην εφημερίδα του παππού; φώναξε η μαμά του σχεδόν ανήσυχη, μη χαλάσει την ηρεμία του πατέρα της ο μπόμπιρας.
Τότε ο μικρός δίχως να χάσει στιγμή, με την παιδική αθωότητα ενός δεκάχρονου, ρώτησε:
-Παππού... τι είναι ο... παράδεισος;
-Πώς σου ήρθε τώρα αυτό; σάστισε εκείνος...
-Να, το βλέπω εδώ που το γράφει! είπε ο μικρός και έδειξε με το δάχτυλό του... Παππού υπάρχει ο παράδεισος;
-Γιατί δε ρωτάς τη δασκάλα σου αύριο; είπε βιαστικά εκείνος, δείχνοντας μια μικρή δυσφορία...
-Ναι, να ρωτήσεις τη δασκάλα σου! είπε η Ελένη και έκανε να τον τραβήξει παραπέρα...
-Όχι... εγώ θέλω ο παππούς να μου πει φώναξε δυνατά ο Νικολάκης. Η δασκάλα μας είπε ότι οι μεγαλύτεροι είναι πιο σοφοί από εμάς και έχουν απαντήσεις σχεδόν για όλα! είπε ο μικρός και αποστόμωσε και τους τρεις που ήταν γύρω του...
-Εντάξει λοιπόν, κάθισε εδώ δίπλα μου να σου πω τι είναι ο παράδεισος ή όπως τον φαντάζομαι τουλάχιστον... απάντησε ο παππούς, παραδεχόμενος στη χροιά της φωνής του, την ήττα του από τον πεισματάρη εγγονό...
O μικρός πλησίασε και κάθισε δίπλα του, με βλέμμα καρτερικό.
-Η γιαγιά σου έχει τέσσερα χρόνια που μας άφησε. Ο κήπος που έχουμε απέναντι μας, ήταν δικό της δημιούργημα...
-Ναι παππού, αλλά τι σχέση έχει αυτό με τον παράδεισο;  είπε νευρικά ο μικρός.
-Έχει γλυκέ μου... Ο παράδεισος είναι σαν αυτόν εδώ τον κήπο που βλέπεις. Απλά είναι λίγο πιο μεγάλος... Ένα περιβόλι...
-H γιαγιά δηλαδή πήγε σ' έναν τέτοιο κήπο; είπε ο Νικολάκης και στο πρόσωπο του παππού του, φάνηκε η θλίψη...
-Μη διακόπτεις τον παππού... είπε η Ελένη, νιώθοντας ότι ο πατέρας της ταξίδευε στο παρελθόν εκείνη τη στιγμή... Ήδη από την παρομοίωση που έκανε για τον παράδεισο, ένιωσε πόσο πολύ του είχε λείψει η μητέρα της...
Πέρασαν κάμποσα λεπτά μέχρι να σηκώσει το βλέμμα του ο Νίκος. Ήταν ακόμη μία, από εκείνες της στιγμές που τον λύγισαν οι αναμνήσεις. Μετά βίας κράτησε τα δάκρυά του και όταν βρήκε τη δύναμη, συνέχισε τα λόγια του:
-Ο κήπος που έχουμε εμείς, έχει δέντρα γύρω-γύρω και πολλά όμορφα λουλούδια στη μέση που φύτεψε η μαμά σου. Στον παράδεισο τα πράγματα τα φαντάζομαι λίγο διαφορετικά. Είναι καταπράσινος, έχει πάντα καλό καιρό εκεί άλλα είναι χωρισμένος στη μέση. Τον διαπερνά ένα μεγάλο ποτάμι που ποτίζει ότι φυτρώνει μόνο από τη μια πλευρά...
-Γιατί παππού μόνο από τη μία μεριά; Τα υπόλοιπα δέντρα δε θα διψάσουν; Θα ξεραθούν έτσι!! πετάχτηκε ο μικρός, σχεδόν με θυμό...
Ο παππούς και οι γονείς του χαμογέλασαν με τα νάζια του μικρού και την επιμονή του...
-Θα σου πω γιατί αγάπη μου... συνέχισε εκείνος. Τον παράδεισο, όπως θα σας είπε και η δασκάλα σας, τον έφτιαξε ο Θεός μας. Έβαλε τα καλά δέντρα από τη μια μεριά και τα λιγότερο καλά από την άλλη... Στη μέση ένα ποτάμι να ποτίζει μόνο τα καλά δέντρα. Τα υπόλοιπα είναι απέναντι από το ποτάμι μα δεν ποτίζονται... Αλλά είναι και αυτά εκεί στο παράδεισο...
-Ουφ!!.. παππού με μπέρδεψες!! Δεν κατάλαβα τίποτα! είπε με παράπονο ο μικρός.
-Μια χαρά στα λέει ο παππούς... Για φτιάξε μια εικόνα στο μυαλό σου μ' ένα μεγάλο περιβόλι... είπε ο Ανδρέας.
-Έφτιαξα αλλά γιατί καλά και λιγότερο καλά δέντρα; είπε με απορία ο μικρός...
-Έχεις δίκιο που παραπονιέσαι, είπε ο Νίκος. Θα σου πω γιατί στον παράδεισο, έτσι όπως τον φαντάζομαι εγώ τουλάχιστον, υπάρχουν καλά και κακά δέντρα... Στη ζωή μας ανάλογα με αυτά που κάνουμε, αν είμαστε καλοί άνθρωποι και κάνουμε καλές πράξεις δηλαδή, η ψυχή μας ανταμείβεται από το Θεό. Έτσι στη μια μεριά που υπάρχουν τα καλά δέντρα κατοικούν οι ψυχές που ήταν καλές. Και ο Θεός έφτιαξε ένα ποτάμι εκεί να τα δροσίζει και να τα κρατά γεμάτα καρπούς αιώνια!
-Και τα άλλα παππού είναι οι κακές ψυχές; ρώτησε ο Νικολάκης...
-Ναι καλέ μου... Είναι οι λιγότερο καλές ψυχές... Είναι τα δέντρα που δεν έχουν φύλλα και καρπούς... Ούτε ποτάμι να τα ποτίζει...
-Παππού η δασκάλα μας είπε πως υπάρχει παράδεισος και κόλαση! Στην κόλαση δεν πηγαίνουν οι κακές ψυχές;  ρώτησε ο μικρός.
-Όχι Νικολάκη. Δε συμφωνώ εγώ με τη δασκάλα σου... Σου λέω πως φαντάζομαι  εγώ τον παράδεισο... Για μένα δεν υπάρχει κόλαση. Όλες οι ψυχές πηγαίνουν σε αυτό το μεγάλο περιβόλι, άσχετα αν λέγεται παράδεισος ή όχι...
-Ανάλογα με το αν ήταν καλή ή όχι, η ψυχή, θα κάνει μια φωλιά σε δέντρο με φύλλα ή σε ένα ξεραμένο συμπλήρωσε η Ελένη... προσπαθώντας να δώσει στο γιο της να καταλάβει τι του έλεγε ο παππούς...
-Αυτό ακριβώς! Και επειδή είπες για κόλαση μικρέ μου, θα σου πω ότι στο δικό μου μυαλό δεν υπάρχει. Ο Θεός τους συγχωρεί όλους και αυτό είναι το μεγαλείο Του… Γι’ αυτό επέλεξε να έχει όλα τα δέντρα, όλες τις ψυχές κοντά του. Και τις καλές και τις κακές, στο περιβόλι Του...
-Παππού, πιστεύεις ότι η γιαγιά είναι σ' ένα καλό δέντρο; ρώτησε ο μικρός στεναχωρημένος... Ο Νίκος τότε λύγισε...
-Ναι καρδιά μου, εκεί είναι τώρα και μας χαμογελά... απάντησε σκουπίζοντας τα δάκρυά του...
-Κι εσύ και εμείς μικρέ μου, αν είμαστε καλοί άνθρωποι, θα πάμε κάποια στιγμή να τη βρούμε. Θα μας περιμένει εκεί... είπε ο πατέρας του μικρού.
-Παππού σε λίγο καιρό έχω τα γενέθλιά μου!! φώναξε ο Νικολάκης...
-Το ξέρω βρε διαβολάκο, λες να το ξέχασα; απάντησε ο παππούς...
-Όχι, αλλά κάθε χρόνο με ρωτάς τι δώρο θέλω!! είπε ο μικρός χαμογελώντας με νόημα...
-Ναι... αποφάσισες κιόλας τόσο νωρίς; Έχουμε τρεις μήνες μέχρι τα γενέθλιά σου... είπε ο Νίκος γελώντας...
-Έλα, αρκετά Νικολάκη. Ν’ αφήσουμε τον παππού να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί, είπε η Ελένη. Ξέρει ότι το παιδί της, άμα βάλει κάτι στο μυαλό του δε βγαίνει εύκολα και δεν ήθελε να βλέπει άλλο τον πατέρα της στεναχωρημένο...
-Όχι καλά είμαι… είπε ο Νίκος... Άφησέ τον να μου πει. Μπορεί να μου ζητήσει κάτι δύσκολο και να θέλω όντως τρεις μήνες να το βρω! είπε χαϊδεύοντας το κεφαλάκι του μικρού τρυφερά...
-Παππού, μου έχει δείξει η μαμά όλα σου τα βιβλία...
-Τι σχέση έχουν τα βιβλία με το δώρο σου; είπε νευριασμένα η μητέρα του...
-Άφησέ τον να μου πει... αποκρίθηκε ο Νίκος.
-Έχουν σχέση.... Παππού έχεις γράψει ποτέ για τον παράδεισο; ρώτησε ο Νικολάκης και τα πρόσωπα των γύρων του ξαφνικά σοβάρεψαν...
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα...
-Παππού αυτό θέλω για δώρο... να γράψεις κάτι για τον παράδεισο!! Μία ιστορία για το περιβόλι που μου είπες... Θα το κάνεις αυτό για μένα;... είπε με νάζι ο μικρός...
-Μα τι λες; O παππούς δε γράφει πια... είναι μεγάλος άνθρωπος. Βρες κάτι άλλο για δώρο... είπε η Ελένη με ύφος αυστηρό... Για λίγα λεπτά δε ξαναμίλησε κανείς.
 Μέσα στο μυαλό του Νίκου τα "όχι" έπεφταν βροχή, αλλά η καρδιά του άλλα έλεγε. Ο μικρός τον βοήθησε να καταλάβει κάτι που αγνοούσε. Η Ειρήνη ήταν όλη του η ζωή. Όλοι όσοι τον έζησαν από κοντά, το έβλεπαν. 'Ήταν όλη η δύναμή του. Κι όμως ποτέ του δεν είχε γράψει κάτι για εκείνη... Ότι τον πόνεσε αυτή η διαπίστωση, φανερώθηκε τη στιγμή που σηκώθηκε και περπάτησε προς τον κήπο μόνος του...
-Μα είναι δυνατόν; μονολογούσε ψιθυριστά...
Πως δε σκέφτηκε ποτέ του να γράψει κάτι για εκείνη; Είχε πληγωθεί και ήταν φανερό. Μέσα του ένιωθε τύψεις γι' αυτό που μόλις ανακάλυψε... Η γυναίκα που είχε δίπλα του τριανταπέντε χρόνια και ήταν τα πάντα για εκείνον, όσα κείμενα κι αν διάβαζε από τα χέρια του ήταν όλα ‘’δικά’’ του και κανένα ‘’δικό’’ της...
-Πατέρα είσαι καλά; Η φωνή της κόρης του διακόπτει το διάλογο με τον εαυτό του...
-Καλά είμαι... απάντησε εκείνος με σκυφτό κεφάλι...
-Πες μου τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε η Ελένη καθώς τον πλησίαζε.
-Έχει δίκιο ο μικρός... αποκρίθηκε ο Νίκος.
Στον κήπο είχαν απομείνει οι δυο τους. Ο Ανδρέας είχε πάει με το παιδί μέσα στο σαλόνι γιατί κατάλαβε την κατάσταση του πεθερού του.
-Τι δίκιο έχει; είπε ξαφνιασμένη η Ελένη. Ένα μικρό παιδί είναι… Μη δίνεις σημασία στα λόγια του. Αύριο μεθαύριο θα δει κάποιο παιχνίδι σε καμία βιτρίνα και θα ξεχάσει αυτά που είπε. Ο Νίκος παρέμεινε σιωπηλός... Τότε εκείνη συνέχισε:
-Ξέρεις πως είναι τα παιδιά... Είδα πόσο στεναχωρήθηκες πριν που αναφέρθηκες στη μαμά... Ξέρω ότι πονάς ακόμα και δεν το έχεις ξεπεράσει... είπε η κόρη του.
-Έχει δίκιο το παιδί Ελένη... Ο μικρός είναι στα δέκα, εγώ κοντεύω τα εβδομήντα και μου έβαλε τα γυαλιά σήμερα...
-Μα τι είναι αυτά που λες; απόρησε εκείνη...
-Δεν έχω γράψει ποτέ για τον παράδεισο. Δεν έχω γράψει ποτέ για εκείνη... Για εμένα η μητέρα σου ήταν ο παράδεισος...
Η Ελένη κατάλαβε από τα λόγια του, ότι είχε αρχίσει να τον τρώει κάτι μέσα του:
-Και νιώθεις άσχημα επειδή δεν έγραψες κάτι για εκείνη; Πάντα δίπλα σου ήταν όταν έγραφες, πάντα πρώτη τα διάβαζε... Μη νιώθεις έτσι, αδικείς τον εαυτό σου...
-Σταμάτα! Φώναξε δυνατά ο Νίκος. Ο μικρός μ' έβγαλε από το σκοτάδι και τη μιζέρια μου σήμερα... Η απώλειά της με λύγισε και το ξέρεις... Όπως ξέρεις, ότι μόνο εσάς έχω... Τώρα καταλαβαίνω γιατί έχω τόση αδυναμία στον εγγονό μου... Ναι, σήμερα μου  έδωσε λόγο να ανακουφιστεί η ψυχή μου, να απαλύνω τον πόνο μου...
-Τι είναι αυτά που λες πατέρα; Νιώθεις τύψεις για το θάνατό της; Δεν μπορώ να το καταλάβω... Έφυγε ξαφνικά... Ήταν θέλημα Θεού... Δε φταις εσύ σε κάτι για να νιώθεις τέτοιο βάρος... είπε η Ελένη.
-Δε με καταλαβαίνεις... Δεν κατηγορώ τον εαυτό μου σε κάτι... Απλά αυτό που πρόκειται να κάνω για εκείνη, έπρεπε να το είχα κάνει όταν το χαμόγελό της φώτιζε τη ζωή μου και όχι τώρα που ζυγώνει η ώρα να τη συναντήσω...
Ένα γλυκόπικρο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του... και συνέχισε να μιλά:
-Ο μικρός μου έδωσε λόγο να ξαναζήσω και να δημιουργήσω κάτι για εκείνη... Πάμε μέσα στο σαλόνι να τους το ανακοινώσω... είπε ο Νίκος και στο βλέμμα του φάνηκε πως το εννοούσε...
Η κόρη του τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Είχε να γράψει από το θάνατό της. Είχε παρατήσει κάθε προσπάθεια και κανείς, πέρα από τα πειράγματα των φίλων του, δεν τον πίεσε ποτέ για κάτι τέτοιο. Και τώρα, ένας διάλογος μισής μόλις ώρας μ' ένα δεκάχρονο παιδί, έφερε τα πάνω κάτω...
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έμπαινε στο σαλόνι με την κόρη του. Σούρουπο ήταν, τέτοια ώρα περίπου, όταν είχε ανακοινώσει στους γονείς του, την απόφαση να παντρευτεί την Ειρήνη. Άλλο ένα παιχνίδι της μοίρας, σαν εκείνα που συνήθιζε να γράφει στα βιβλία του...
-Νικολάκη έλα κοντά μου... είπε ο παππούς, κάνοντάς του νεύμα να τον πλησιάσει. Έχω να σου ανακοινώσω κάτι... συμπλήρωσε...
-Κι εμείς έχουμε, είπε τότε ο Ανδρέας. Όση ώρα εσείς μιλούσατε έξω στον κήπο, υποσχέθηκα στο Νικολάκη να πάμε αύριο να διαλέξει από τώρα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά του... Έτσι δεν είναι αγάπη μου; είπε ο πατέρας του...
-Ανδρέα αυτά είναι αστειότητες... Άλλωστε, αυτό είναι ένα δώρο που εσύ του έταξες και όχι εγώ. Μην προσπαθείς μάταια, έχω πάρει ήδη την απόφασή μου. Έλα εδώ εγγονέ μου...
Ο μικρός πήρε θέση δίπλα στον παππού του και όταν εκείνος άρχισε να μιλάει του έπιασε το χέρι...
-Μικρέ μου, σήμερα κατάλαβα γιατί σου έχω τόση αδυναμία. Μου ζήτησες κάτι που έπρεπε να έχω σκεφτεί εγώ καιρό πριν. Τελικά, ίσως να μην είχε δίκιο η δασκάλα σου που είπε ότι οι μεγαλύτεροι είναι και οι πιο σοφοί... είπε ο Νίκος γελώντας.
-Δηλαδή παππού; ρώτησε ο Νικολάκης.
-Δηλαδή, δέχομαι να γράψω για τον παράδεισο! Γιατί όντως δεν έγραψα ποτέ για εκείνον... Θα είναι το δώρο μου για σένα αλλά και για τη γιαγιά σου...
-Αλήθεια παππού; φώναξε όλο χαρά ο μικρούλης και τον αγκάλιασε σφιχτά...
-Είσαι σίγουρος; ρώτησε απορημένος ο Ανδρέας....
Δεν ήταν ο τύπος που διάβαζε βιβλία αλλά ήξερε ότι ο πεθερός του τα είχε παρατήσει μετά το θάνατο της γυναίκας του.
-Είμαι απόλυτα σίγουρος! είπε ο Νίκος...
-Τέλεια! φώναξε όλο χαρά η Ελένη... Αυτό και αν είναι δώρο, ε Νικολάκη; Ένα βιβλίο από τον παππού μόνο για σένα!
-Όχι κόρη μου... την έκοψε ορθά κοφτά ο πατέρας της... Κάνεις λάθος... Αυτό το βιβλίο θα τυπωθεί και θα εκδοθεί και θα είναι το τελευταίο μου... Αύριο κιόλας θα ξεκινήσω...
Η Ελένη και ο Ανδρέας δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους... Έμειναν αρκετή ώρα να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Τόσο καιρό έβλεπαν άλλον άνθρωπο και εξαιτίας του γιου τους, κάτι άλλαξε εκείνη τη μέρα. Παππούς και εγγονός ήταν αγκαλιά, για πολύ ώρα ακόμη, με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη τους...
-Θέλω όμως μία χάρη... είπε ο Νίκος, καθώς τους ξεπροβόδιζε γιατί η ώρα είχε περάσει... Δε θέλω να πείτε σε κανέναν τίποτα... Θα είναι το μικρό μας μυστικό μέχρι να ολοκληρωθεί... Σύμφωνοι Νικολάκη; είπε κοιτώντας χαμογελαστός τον εγγονό του...
-Σύμφωνοι!! φώναξε ο μικρός.
Λίγο μετά η πόρτα έκλεισε πίσω του αλλά μία άλλη, "αόρατη" μα γνώριμη για εκείνον, άνοιγε εμπρός του... Ήταν η έξαψη της γραφής. Αυτό το συναίσθημα που είχε ξεχάσει και νόμιζε πως είχε πεθάνει, τη μέρα που έφυγε η "μούσα" του, ήταν ακόμη μέσα του... Και ήρθε ένα σκούντημα της μοίρας, μια παιδική αφέλεια, να του ξυπνήσει το δεύτερο μεγάλο πάθος του ξανά... Δεν έχασε στιγμή... Αν και η ώρα ήταν περασμένη, κάθισε στο γραφείο του... Αλλά αυτή τη φορά όχι για να ξεφυλλίσει κάποια εφημερίδα... Έβαλε ένα λευκό χαρτί στη γραφομηχανή του και τέσσερα χρόνια μετά άρχισε συγκινημένος, να γράφει ξανά ένα τίτλο...

"ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ"



**ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ Δ' ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ "ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ".




Δεν υπάρχουν σχόλια: